Η επίλυση του βιοποριστικού ζητήματος ως προϋπόθεση της Δημοκρατίας

Η Δημοκρατία δεν θα είχε αναπτυχθεί στην αρχαία Ελλάδα, και σίγουρα όχι στον βαθμό που αναπτύχθηκε, αν δεν είχαν υπάρξει οι προϋποθέσεις για την λειτουργία και την ανάπτυξή της. Ένα εργαλείο για να σου είναι χρήσιμο, πρέπει να είσαι σε θέση να το λειτουργήσεις ώστε να αποκομίσεις τα οφέλη που μπορεί να σου δώσει. Η Δημοκρατία είναι κι αυτή ένα εργαλείο για να ωφελούνται οι πολίτες από τις πολιτικές που εφαρμόζονται στην πολιτεία. Μία από τις προϋποθέσεις για να λειτουργήσει η Δημοκρατία και να είναι χρήσιμη στους πολίτες, είναι ο Χρόνος.


Ο Χρόνος είναι εκείνος που μας δίνει την δυνατότητα να αποκομίσουμε τα οφέλη που η Δημοκρατία μπορεί να μας προσφέρει.

Ο Χρόνος είναι το κλειδί που ανοίγει τις πόρτες για να μπει η Δημοκρατία στην ζωή μας και να την αλλάξει προς το καλύτερο.

Μόνο αν οι πολίτες έχουν ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΧΡΟΝΟ να διαθέσουν για τα κοινά, είναι σε θέση να συμμετέχουν στις πολιτικές διαδικασίες της δημοκρατίας και να αξιοποιήσουν το δώρο της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ που το πολίτευμα αυτό προσφέρει στους πολίτες της.

Μόνο αν οι πολίτες έχουν ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΧΡΟΝΟ να σκεφτούν με ηρεμία, χωρίς πίεση, βιασύνη και άγχος, τις προτάσεις και τα επιχειρήματα που ακούστηκαν στην συνέλευση θα μπορούν να πάρουν τις σωστές αποφάσεις για το κοινό συμφέρον.

Η έλλειψη ελεύθερου χρόνου λειτουργεί αποτρεπτικά τόσο για την ύπαρξη αυτής καθ’ εαυτής της δημοκρατίας όσο και για την ορθή λειτουργία της. Η Δημοκρατία, η αυτοπρόσωπη συμμετοχή δηλαδή των πολιτών στις πολιτικές διαδικασίες με τις οποίες λαμβάνονται οι αποφάσεις για το συμφέρον της κοινωνίας και ψηφίζονται οι νόμοι για την εύρυθμη λειτουργία της πολιτείας, δεν λειτουργεί υπό καθεστώς βίας και κάτω από συνθήκες πίεσης. Ως το κατ’ εξοχήν πολίτευμα του σκεπτόμενου ανθρώπου, η δημοκρατία θέτει ως βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της την ύπαρξη του χρόνου. Χωρίς χρόνο στην διάθεσή του, ο πολίτης δεν μπορεί ούτε να σκεφτεί τα πολιτικά ζητήματα ούτε να αποφασίσει για αυτά, και χωρίς τον πολίτη που σκέφτεται, ψηφίζει κι αποφασίζει, καμμία δημοκρατία δεν μπορεί να σταθεί. Είναι λοιπόν ζωτικής σημασίας, αν θέλουμε να μιλάμε για δημοκρατία που είναι πρακτικά εφαρμόσιμη, να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για να έχουν οι πολίτες χρόνο: χρόνο για να συμμετέχουν, χρόνο για να σκέφτονται, χρόνο για να είναι ενεργοί.

Ακόμα και την Ελευθερία, το κύριο γνώρισμα της Δημοκρατίας, χρειάζεσαι χρόνο για να το αξιοποιήσεις. Τι να την κάνεις την ελευθερία να συμμετέχεις στην συνέλευση των πολιτών, αν οι πιέσεις της επιβίωσης είναι τόσο ισχυρές ώστε να σε κρατάνε μακριά από κάθε συμμετοχή; Το ίδιο ισχύει και για την συμμετοχή στα υπόλοιπα όργανα. Ποιος πολίτης θα αφήσει την δουλειά του, που του δίνει τα προς το ζην, για να πάει στην συνέλευση, στην Βουλή ή στο δικαστήριο αν αυτά δεν του εξασφαλίζουν τίποτα από όσα χρειάζεται για να ζήσει κι αν συμμετέχοντας σε αυτά χάνει κι αυτά που θα μπορούσε να εξασφαλίσει αν εργαζόταν;

Προκειμένου να βιωθεί η Ελευθερία που κατοχυρώνει η Δημοκρατία σε όλο της το ανάπτυγμα, θα πρέπει ο πολίτης να απολαμβάνει σωρευτικά την ατομική, κοινωνική, πολιτική και οικονομική ελευθερία. Η επίλυση του ζητήματος της οικονομικής ελευθερίας στην αρχαία Αθήνα, ήταν το κομβικό σημείο που ξεκλείδωσε κατ’ εμέ όλο το δυναμικό της Δημοκρατίας ως πολίτευμα και της επέτρεψε να λειτουργήσει όπως έπρεπε. Διότι αν δεν είχε ο απλός πολίτης την οικονομική άνεση να αφήνει τις προσωπικές του εργασίες για να πηγαίνει στην συνέλευση και να συμμετέχει χωρίς να στερείται τα μέσα για την επιβίωσή του, δεν επρόκειτο να «χωρούσε» μέσα στο καθημερινό του πρόγραμμα τον Χρόνο για την συμμετοχή στους δημοκρατικούς θεσμούς.  Και χωρίς την συμμετοχή των πολιτών, η Δημοκρατία θα κατέρρεε και θα πέρναγε στην ιστορία ως μία ακόμη ιδέα η οποία ήταν ευγενής και ανθρωποκεντρική μεν, ανεφάρμοστη δε.

Πώς όμως έλυσαν οι αρχαίοι Αθηναίοι το ζήτημα αυτό που προέκυψε με την έλλειψη ελεύθερου χρόνου για την συμμετοχή των πολιτών στα κοινά;

Αφ’ ενός με την απόρριψη της επιβολής οποιουδήποτε φόρου προς τους απλούς πολίτες και αφ’ ετέρου με την καθιέρωση της πολιτικής μισθοφορίας. Η πολιτική μισθοφορία ήταν ένα μέτρο με το οποίο κάθε πολίτης που συμμετείχε σε κάθε ένα από τα τρία βασικά θεσμικά όργανα της Δημοκρατίας, την Βουλή, την Ηλιαία και την Εκκλησία, λάμβανε μισθό ως αποζημίωση για την παρουσία του. Έτσι στην αρχαία Αθήνα έχουμε τρεις μισθούς τους οποίους αποδίδει η πολιτεία στους πολίτες, τον βουλευτικό μισθό για κάθε συμμετοχή σε συνεδρίαση της Βουλής, τον δικαστικό μισθό για κάθε συμμετοχή στο δικαστήριο της Ηλιαίας και τον εκκλησιαστικό μισθό για κάθε συμμετοχή στην εκκλησία του δήμου. Οι μισθοί αυτοί δεν κατέστησαν κανέναν φτωχό πολίτη πλούσιο, αλλά υπολογίζεται ότι ήταν αρκετά υψηλοί για να παρέχουν τα προς το ζην στους πολίτες που επέλεγαν να συμμετέχουν.

Με την καθιέρωση της πολιτικής μισθοφορίας, όλοι οι πολίτες έχουν πλέον εκ των πραγμάτων την οικονομική δυνατότητα να θυσιάζουν μέρος του προσωπικού χρόνου τους από την εργασία τους για την λειτουργία των πολιτικών οργάνων της πόλης.  Με την μεταρρύθμιση αυτήν, η πολιτική συμμετοχή στην Δημοκρατία δεν έχει πλέον το απαγορευτικό προσωπικό κόστος που είχε παλιότερα, αφού οι οικονομικές απώλειες από την έλλειψη εργασίας αντισταθμίζεται σε έναν μεγάλο βαθμό από την πολιτική μισθοφορία. Επίσης, με την πολιτική μισθοφορία, η ανάγκη της επιβίωσης αποκόπτεται από την απόλυτη σύνδεσή της με την έννοια της χειρωνακτικής εργασίας. Παύει πλέον να είναι απαραίτητος όρος για την επιβίωση, το να βρίσκεται ο απλός πολίτης καθημερινά στην βιοπάλη προκειμένου να κερδίσει με τον μόχθο του τα προς το ζην. Με τον μισθό από την πολιτική συμμετοχή του, μπορεί να κάνει διάλειμμα από την προσωπική του εργασία κατά τις μέρες που έχει συνεδρίαση η εκκλησία του δήμου και να αποζημιώνεται για αυτό. Αν μάλιστα κατά το τρέχον έτος έχει κληρωθεί και σε κάποιο ακόμη από τα δύο όργανα, την Βουλή ή την Ηλιαία, τότε έχει ακόμη περισσότερες ευκαιρίες για τέτοια διαλείμματα που αποζημιώνουν τους πολίτες.  Το διάλειμμα αυτό από τον καθημερινό μόχθο, η Σχόλη, αποτέλεσε την βασική συνθήκη για την επιτυχημένη εφαρμογή της δημοκρατίας σε πρακτικό επίπεδο. 

Αν η Δημοκρατία έχει ως σύμβολο την Ελευθερία, η Ελευθερία έχει ως σύμβολο την Σχόλη κι η Σχόλη βασίζεται στον ελεύθερο χρόνο που έχει ο πολίτης να διαθέσει στην πολιτεία. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για την αρχαία εποχή, αλλά για κάθε εποχή.

Κατά τον ίδιο τρόπο που η μισθοφορία της πολιτικής συμμετοχής έθεσε τις βάσεις για την εφαρμογή της δημοκρατίας και την εκδήλωση του προτάγματος της ελευθερίας σε όλες του τις εκφάνσεις, η σύγχρονη εποχή χρειάζεται αντίστοιχα μέτρα που θα δώσουν στους πολίτες τον απαραίτητο ελεύθερο χρόνο για να ζουν σε πλήρη ελευθερία, όπως αρμόζει σε ανθρώπους. Ένα τέτοιο μέτρο, αρχίζει να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα, το οποίο θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο που έπαιξε στην αρχαιότητα η πολιτική μισθοφορία.

Το οικονομικό αυτό μέτρο αποκαλείται «Καθολικό Βασικό Εισόδημα» και όσο περνάει ο καιρός θα το ακούμε συχνότερα καθώς πληθαίνουν ολοένα και περισσότερο οι αναφορές σε διεθνή μέσα ενημέρωσης που κάνουν λόγο για πόλεις και τοπικούς άρχοντες που το εφαρμόζουν.

Το μέτρο αυτό, για το οποίο θα βρείτε πολλά στοιχεία με μία απλή αναζήτηση στο google, έχει εφαρμοστεί στο παρελθόν αλλά εφαρμόζεται ξανά τώρα σε διάφορες χώρες όπως ο Καναδάς, οι ΗΠΑ, η Ισπανία κ.α.

Τους τελευταίους μήνες είδαμε το «βασικό εισόδημα» να προωθείται με αφορμή το «κλείσιμο» της οικονομίας εξ αιτίας του covid-19, άλλοτε ως προσωρινό πειραματικό μέτρο για την ανακούφιση των χρόνια ανέργων και των ευπαθών ομάδων του πληθυσμού κι άλλοτε ως μία πιθανή λύση για την διασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας απέναντι σε κάθε είδος απρόβλεπτων κρίσεων.

Πηγές μάλιστα αναφέρουν ότι σταδιακά προβλέπεται, αν όλα πάνε καλά, το μέτρο αυτό να αναβαθμίζεται συνεχώς μέχρι να γίνει ένα μόνιμο και σταθερό εργαλείο ευημερίας για τους ανθρώπους σε όλες τις χώρες.

Ασφαλώς δεν υπάρχει ακόμη ομοφωνία στο αν ένα τέτοιο οικονομικό μέτρο είναι απαραίτητο ή ωφέλιμο, ούτε υπάρχει συμφωνία για το αν θα πρέπει να δωθεί με κάποιους όρους και ποιοι θα είναι αυτοί οι όροι. Ας μην εισέλθουμε σε αυτήν την συζήτηση όμως τώρα, καθώς τα οικονομικά δεν είναι το μόνο πεδίο στο οποίο μπορεί να έχει όφελος η ανθρωπότητα από την εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου.

Η δημοκρατία, ευρέως αποδεκτό ως το καλύτερο και ανθρωπινότερο πολίτευμα στον κόσμο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς τους πολίτες οι οποίοι θα είναι διαθέσιμοι να την κάνουν να λειτουργήσει και οι πολίτες δεν θα είναι ποτέ αρκετά διαθέσιμοι όσο δεν έχουν διαθέσιμο χρόνο να της αφιερώσουν. Η λύση σε αυτό το αδιέξοδο δεν είναι να «ελαττώσουμε» και να «μικρύνουμε» την δημοκρατία σε επίπεδο διαδικτυακών ψηφοφοριών για να χωρέσει «σώνει και καλά» στον λιγοστό ελεύθερο χρόνο των πολιτών, αλλά το αντίστροφο. Οφείλουμε δηλαδή, αφ’ ενός να διατηρήσουμε οπωσδήποτε τα μοναδικά δημοκρατικά χαρακτηριστικά της άμεσης ανθρώπινης επαφής κι επικοινωνίας στις συναθροίσεις και της αυτοπρόσωπης συμμετοχής στην πολιτική ως «κόρες οφθαλμού», και αφ’ ετέρου να αυξήσουμε και να μεγαλώσουμε τον χρόνο και την διάθεση των ανθρώπων να αρχίσουν να λαμβάνουν μέρος στον αγώνα για την ευδαιμονία της κοινωνίας τους με τα εξελιγμένα πολιτικά υπερόπλα της Δημοκρατίας. Το ελαττωματικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας λοιπόν (μη επάρκεια σε χρόνο και χρήμα) είναι εκείνο που πρέπει να «επιδιορθωθεί» για να ανυψωθεί και να συναντηθεί με το σπουδαίο όραμα της αληθινής δημοκρατίας, κι όχι να γκρεμιστεί η δημοκρατία από το βάθρο της για να πέσει στο επίπεδο μίας ελαττωματικά δομημένης κοινωνίας που κάθε άλλο παρά έτοιμη και ικανή είναι (υπό τις τρέχουσες συνθήκες) να υποδεχτεί μία τέτοια μεγαλειώδη πολιτειακή πραγματικότητα για την ανθρωπότητα. 

Το ζητούμενο μας λοιπόν, δεν πρέπει να είναι το πώς θα βρούμε ένα παραλλαγμένο και μεταλλαγμένο μοντέλο δημοκρατίας για να το χωρέσουμε σε μία δομή κοινωνίας που δεν είναι αρχικά συμβατή με την λειτουργία της δημοκρατίας, αλλά το πώς θα κάνουμε την κοινωνία αυτή ικανή να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της δημοκρατίας. Θεωρώ συνεπώς ότι, αν πάρουμε ως δεδομένο πως όλοι οι άνθρωποι είναι ικανοί για λογική σκέψη και ορθή κρίση – άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο – οι παράγοντες στους οποίους θα πρέπει να εστιάσουμε για να έρθουμε πιο κοντά στην δημοκρατία είναι να αποκτήσουν οι πολίτες επάρκεια σε χρόνο και χρήμα, προκειμένου να είναι σε θέση να συμμετέχουν ελεύθερα και αβίαστα στις πολιτικές αποφάσεις που επηρεάζουν τις ζωές τους.

Θα μπορούσε άραγε σήμερα μία ιδέα όπως το «καθολικό βασικό εισόδημα» να προσφέρει αυτήν την επάρκεια σε χρόνο και χρήμα στους πολίτες και να αποτελέσει έτσι το κλειδί που θα ξεκλειδώσει την δυνατότητα των ανθρώπων να συμμετέχουν αυτοπροσώπως στα κοινά και να «χτίζουν» τις κοινωνίες που επιθυμούν;

Μένει να το δούμε στην πράξη. Αυτό που μπορούμε με σιγουριά να πούμε είναι ότι όσο οι άνθρωποι είναι παγιδευμένοι στο πρόβλημα της οικονομικής επιβίωσης θα υποδουλώνονται σε αυτούς που μπορούν να τους εξασφαλίζουν τα μέσα για την επιβίωσή τους. Κατά συνέπεια, όσο ο φόβος κι η ανασφάλεια για τα οικονομικά κυριαρχούν, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χρόνος στους πολίτες ούτε να συμμετέχουν ούτε να σκέφτονται ελεύθερα και σωστά. Η έννοια της δημοκρατίας, του πολίτη και της αυτοπρόσωπης συμμετοχής στα κοινά δεν συμβαδίζουν με την εξαρτημένη εργασία που καθιστά τον πολίτη οικονομικό σκλάβο. Δεν μπορούμε να συζητάμε καν για δημοκρατία, σε οποιαδήποτε μορφή της, αν πρώτα δεν θεμελιωθεί η ελευθερία του πολίτη σε όλα τα επίπεδα. Ως εκ τούτου, όσο παραμένουμε σε αυτήν την κατάσταση ανασφάλειας και φόβου, η Δημοκρατία δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει και το μόνο που θα αξιωθούμε να βιώσουμε στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι μικρά σκιώδη αποσπάσματα του μεγαλείου της.  

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: